Του Γιώργου Κουκούνη*
“Η ρήτρα διαιτησίας σε συμφωνία είναι δεσμευτική για τα μέρη εκτός αν ακυρωθεί από το Δικαστήριο”
Οι συμβαλλόμενοι ολοένα επιλέγουν τη διαιτησία ως πρόσφορη διαδικασία για επίλυση διαφορών που δυνατό να προκύψουν κατά την εκτέλεση της μεταξύ τους συμφωνίας. Για το σκοπό αυτό μεριμνούν όπως το συμβόλαιο που υπογράφουν περιέχει ρήτρα αναφορικά με το εφαρμοστέο δίκαιο, τον τρόπο επίλυσης διαφορών με παραπομπή τους σε διαιτησία και το πρόσωπο που θα διορίσει το διαιτητή.
Ο συνήθης όρος που τίθεται ορίζει ότι σε περίπτωση που ανακύψει οποιαδήποτε διαφωνία ή διαφορά μεταξύ τους, θα παραπέμπεται σε διαιτησία η οποία θα διεξάγεται σύμφωνα με τον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.4, από διαιτητή που θα διορίζεται από τον Πρόεδρο του Κυπριακού Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου, εκτός αν τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Η ρήτρα αυτή αποτελεί ξεχωριστή συμφωνία και δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη εκτός εάν εγερθεί θέμα και αποδειχθεί ότι εκ πρώτης όψεως προέκυψε δόλος χρονικά πριν τον καταρτισμό και ή κατά τον καταρτισμό της συμφωνίας. Μάλιστα το μόνο αρμόδιο να ακυρώσει τη ρήτρα διαιτησίας είναι το Δικαστήριο στο οποίο ο ενιστάμενος οφείλει να αποταθεί προτού υπαχθεί στη δικαιοδοσία της διαιτησίας.
Όπου προκύπτουν διαφορές κατά την εκτέλεση συμφωνίας και τα μέρη δεν καταλήγουν σε φιλική διευθέτηση, μπορεί οποιοδήποτε από αυτά στη βάση της ρήτρας διαιτησίας να αποταθεί στο πρόσωπο που κατονομάζεται για να διορίσει το διαιτητή για εκδίκαση των διαφορών που προέκυψαν. Μετά από εξέταση της αίτησης, το αρμόδιο πρόσωπο επιλέγει το διαιτητή και τον ενημερώνει κατά πόσο αποδέχεται το διορισμό του ως διαιτητής. Εφόσον δοθεί θετική απάντηση, τότε το αρμόδιο πρόσωπο κοινοποιεί προς τα μέρη την πρόθεση του για το διορισμό του διαιτητή και τα καλεί να τον πληροφορήσουν εάν πληροί τις προϋποθέσεις που τίθενται αναφορικά με την αντικειμενικότητα και αμεροληψία του και κατά πόσο είναι αποδεκτός να ενεργεί ως διαιτητής. Επιλέγεται κατάλληλο, ικανό και έμπειρο πρόσωπο που γνωρίζει τη διαδικασία, το οποίο είναι ανεξάρτητο και δεν σχετίζεται με τα μέρη ώστε να μην υπάρξει ένσταση από μέρους τους. Εφόσον δεν υπάρξει ένσταση στο διορισμό του διαιτητή, αυτός προχωρεί και καλεί τα μέρη σε πρώτη προκαταρκτική συνάντηση με σκοπό τον καθορισμό της ακολουθητέας διαδικασίας και την καταχώρηση και ανταλλαγή δικογράφων για σύντομη διεκπεραίωση της, καθορίζοντας τον τόπο και το χρόνο διεξαγωγής της διαιτησίας.
Το άρθρο 9 του Κεφ.4 προνοεί για την εξουσία του Δικαστηρίου να παρέχει θεραπεία όταν ο διαιτητής δεν είναι αμερόληπτος ή όταν στη διαφορά που παραπέμπεται εγείρεται ζήτημα δόλου. Συγκεκριμένα το εδάφιο 1 προνοεί πότε συμβαλλόμενο μέρος σε μία συμφωνία αποτείνεται στο Δικαστήριο για άδεια ακύρωσης συνυποσχετικού ή για απαγορευτικό διάταγμα που να παρεμποδίζει οποιοδήποτε άλλο από τους συμβαλλόμενους ή το διαιτητή να προχωρήσει με τη διαιτησία. Το εδάφιο 2 καθορίζει τις προϋποθέσεις υποβολής ένστασης από συμβαλλόμενο μέρος για να ενεργήσει προς ακύρωση της ρήτρας διαιτησίας. Συγκεκριμένα ορίζει ότι όταν συμφωνία μεταξύ συμβαλλόμενων προβλέπει ότι τυχόν διαφορές που δυνατόν να προκύψουν μεταξύ τους στο μέλλον παραπέμπονται σε διαιτησία και σε κάποια διαφορά που αναφύεται στη συνέχεια εγείρεται ζήτημα κατά πόσο οποιοσδήποτε από τους συμβαλλόμενους έχει καταστεί ένοχος δόλου, το Δικαστήριο έχει εξουσία, στην έκταση που είναι αναγκαίο όπως το ζήτημα αυτό αποφασιστεί από το Δικαστήριο, να διατάξει όπως η συμφωνία παύσει να ισχύει και να παραχωρήσει άδεια για ακύρωση οποιουδήποτε συνυποσχετικού που έγινε βάσει της συμφωνίας αυτής.
Προκύπτει ότι ο δόλος πρέπει να εμφιλοχωρήσει σε χρόνο προ του καταρτισμού και ή κατά τον καταρτισμό της συμφωνίας και να αποδεικνύεται εκ πρώτης όψεως. Η νομολογία επί του θέματος καθορίζει ότι ο διαιτητής δεν ακυρώνει ρήτρα διαιτησίας παρά μόνο αρμόδιο να την ακυρώσει είναι το Δικαστήριο στο οποίο το ενιστάμενο μέρος θα πρέπει να αποταθεί προτού υπαχθεί στη δικαιοδοσία της διαιτησίας και να αιτηθεί την ακύρωση της. Κατά συνέπεια, συμβαλλόμενο μέρος που υποβάλλει αίτηση στο διαιτητή να ακυρώσει τη ρήτρα διαιτησίας ή να παυθεί ή να παραπέμψει τη διαφορά για να εκδικαστεί στο Δικαστήριο, λαμβάνει μέρος στη διαιτησία και η αίτηση του θα απορριφθεί εφόσον ο διαιτητής δεν έχει τέτοια δικαιοδοσία. Από την άλλη διά της συμμετοχής του στη διαδικασία, αναγνωρίζει τη δικαιοδοσία του διαιτητή και την ισχύ της ρήτρας διαιτησίας και δεν νομιμοποιείται να την αμφισβητεί. Αν επιθυμεί να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του διαιτητή, η επιλογή του είναι να αποταθεί στο Δικαστήριο.
*Δικηγόρου στη Λάρνακα