Ανεξέλεγκτες πλέον είναι οι διαστάσεις της ανάπτυξης ψηλών κτηρίων στην Κύπρο και παρά το γεγονός ότι από το 2018 έχει αποφασιστεί από το Τμήμα Περιβάλλοντος και το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως να εκπονηθεί Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ), μέχρι σήμερα κάτι τέτοιο δεν έγινε. Παράλληλα, η Πολεοδομική Αρχή συνεχίζει να δέχεται αιτήσεις χορήγησης πολεοδομικών αδειών και η Περιβαλλοντική Αρχή συνεχίζει να εξετάζει Μελέτες Εκτίμησης Επιπτώσεων στο Περιβάλλον (ΜΕΕΠ), κατά παράβαση του κοινοτικού κεκτημένου της Ευρωπαϊκής Ένωσης [Οδηγία 2001/42/ΕΚ] και της εναρμονιστικής νομοθεσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας [Νόμος 102(Ι)/2005] για την εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον από ορισμένα σχέδια και/ ή προγράμματα.

Σημειώνεται ότι το σχέδιο παροχής πολεοδομικών κινήτρων για σκοπούς ανάκαμψης της αναπτυξιακής δραστηριότητας στην Κύπρο, μέσω της ανέγερσης μεγάλης κλίμακας αναπτύξεων με ψηλά κτήρια, δεν υποβλήθηκε ποτέ σε ΣΜΠΕ, όπως προβλέπεται από τον περί της Εκτίμησης των Επιπτώσεων στο Περιβάλλον από Ορισμένα Σχέδια και/ή Προγράμματα Νόμο του 2005, ο οποίος εναρμονίζει την κυπριακή νομοθεσία με το περιβαλλοντικό κεκτημένο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Και όχι μόνο δεν έχει προηγηθεί ολοκληρωμένος χωροταξικός σχεδιασμός και δεν έχει αξιολογηθεί ΣΜΠΕ για την κατάλληλη χωροθέτηση ψηλών κτηρίων και την αντιμετώπιση των αθροιστικών (συνεργιστικών/συσσωρευτικών) επιπτώσεων τους, αλλά η Πολεοδομική Αρχή αφήνει να νοηθεί ότι έχει εκπονηθεί ΣΜΠΕ για την αναθεώρηση του Τοπικού Σχεδίου Λεμεσού το 2011 και συνεπώς δεν χρειάζεται η αξιολόγηση ΣΜΠΕ για μεγάλης κλίμακας αναπτύξεις με ψηλά κτήρια.

Η Περιβαλλοντική Αρχή ζήτησε επανειλημμένα από την Πολεοδομική Αρχή την εκπόνηση και υποβολή ΣΜΠΕ για μεγάλης κλίμακας αναπτύξεις με ψηλά κτήρια, μέσω τεσσάρων επιστολών ημερομηνίας 27/11/2017, 15/12/2017, 29/01/2018 και 15/05/2018, στις οποίες όμως δεν έχει ανταποκριθεί επίσημα μέχρι σήμερα η Πολεοδομική Αρχή, καθώς παραμένουν αναπάντητες και οι τέσσερις πιο πάνω επιστολές. 

Το ενδιαφέρον για ψηλά κτήρια είναι αυξημένο το τελευταίο διάστημα και μετά τον μεγάλο αριθμό αιτήσεων που έχει παραλάβει το Τμήμα Περιβάλλοντος στα πλαίσια παραχώρησης πολεοδομικών αδειών για μεγάλης κλίμακας αναπτύξεις με ψηλά κτήρια κατά μήκος του παραλιακού μετώπου της Λεμεσού, αποτείνεται χωρίς αποτέλεσμα στο υπουργείο Εσωτερικών τα τελευταία δύο χρόνια προκειμένου να ληφθούν μέτρα. 

Το Τμήμα Περιβάλλοντος έχει παραλάβει και αξιολογήσει μέχρι σήμερα περίπου 40 αναπτύξεις ψηλών κτηρίων, με τα πλείστα κτήρια να χωροθετούνται στο παραλιακό μέτωπο της Λεμεσού. Κατά τη διάρκεια της αξιολόγησης των εν λόγω αιτήσεων αναδύθηκαν και εξακολουθούν να υπάρχουν διάφοροι προβληματισμοί, από το Τμήμα Περιβάλλοντος και το Τμήμα Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών (ΤΑΘΕ), σχετικά με την ασφάλεια των κτηρίων, τη διαχείριση των υπόγειων νερών και υλικών εκσκαφών, τη διαχείριση των αποβλήτων, τη μελέτη των σκιάσεων/οπτικών φυγών/ηλιασμού, τον επηρεασμό των υπόγειων υδροφορέων, τη συνεχή σφράγιση του εδάφους, την αλλοίωση του παραλιακού μετώπου της πόλης, την κυκλοφοριακή επιβάρυνση, την ποιότητα της ζωής τους, καθώς και τις αθροιστικές αρνητικές επιπτώσεις στο χερσαίο και θαλάσσιο περιβάλλον.

Στις επιστολές του Τμήματος Περιβάλλοντος προς το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως και τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών, τονίζεται το γεγονός ότι η χωροθέτηση ψηλών κτηρίων δεν έχει τύχει καμίας ολοκληρωμένης μελέτης ή μελέτης φέρουσας ικανότητας εκ μέρους του κράτους, αφού θα έπρεπε να εκπονηθεί ΣΜΠΕ, με βάση τις πρόνοιες του περί της Εκτίμησης των Επιπτώσεων στο Περιβάλλον από Ορισμένα Σχέδια και ή Προγράμματα Νόμου του 2005 [Ν.102(Ι)/2005]. Επομένως, μέχρι σήμερα οι επιπτώσεις εξετάζονται μεμονωμένα και αποσπασματικά για κάθε έργο ξεχωριστά, χωρίς να υπάρχει ένας ολοκληρωμένος σχεδιασμός και μια ολοκληρωμένη αντιμετώπιση συσσωρευτικών θεμάτων. Σύμφωνα με την ίδια την Περιβαλλοντική Αρχή, το Τμήμα Περιβάλλοντος δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τις συνολικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και στους φυσικούς πόρους, ούτε και τη φέρουσα ικανότητα μιας περιοχής να δεχτεί αυτά τα κτήρια. 

Ψιλά γράμματα η νομική υποχρέωση για το υπ. Εσωτερικών

Το Τμήμα Περιβάλλοντος απέστειλε συνολικά τέσσερις επιστολές για την πολιτική ανέγερσης ψηλών κτηρίων στην πρώην διευθύντρια του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως και τον Γενικό Διευθυντή του υπουργείου Εσωτερικών. Οι επιστολές στάλθηκαν στις 27/11/2017, 15/12/2017, 29/01/2018 και 21/05/2018. Κύριο ζήτημα και των τεσσάρων επιστολών είναι ότι δεν έχει υποβληθεί ΣΜΠΕ, με βάση τις πρόνοιες του περί της Εκτίμησης των Επιπτώσεων στο Περιβάλλον από Ορισμένα Σχέδια και / ή Προγράμματα Νόμου του 2005 [Ν.102(Ι)/2005], πριν τη δημοσίευση των πιο ειδικών πολιτικών για τα ψηλά κτίρια, παρόλο που το Τμήμα Περιβάλλοντος αναφέρθηκε ήδη στο θέμα αυτό και ζήτησε επανειλημμένα την εκπόνηση ΣΜΠΕ. Σύμφωνα με το Τμήμα Περιβάλλοντος, η πιο πάνω νομική υποχρέωση απορρέει από ευρωπαϊκό δίκαιο και συγκεκριμένα την οδηγία 2001/42/ΕΚ σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων, στο πεδίο εφαρμογής της οποίας εμπίπτει η χωροταξία. Επιπρόσθετα, στο άρθρο 3 της οδηγίας και άρθρο 4 του πιο πάνω εναρμονιστικού νόμου, υπάρχει αναφορά ότι τροποποιήσεις σχεδίων και προγραμμάτων για τα οποία πραγματοποιήθηκε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, υποβάλλονται για απόφαση από την Περιβαλλοντική Αρχή για το κατά πόσο απαιτείται ΣΜΠΕ όταν θα έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον.

Υποβαθμίζεται ο κόλπος Λεμεσού

Ένα από τα σοβαρότερα θέματα που καλούνται πρωτίστως το Τμήμα Περιβάλλοντος και το ΤΑΘΕ να αντιμετωπίσουν είναι η διάθεση των υπόγειων νερών από τις εκσκαφές όπου οι αιτητές αιτούνται να τα απορρίπτουν στη θάλασσα. Η μέχρι σήμερα πρακτική που ακολουθήθηκε ήταν να συμπεριλαμβάνεται όρος στη γνωμάτευση, πριν την έκδοση της άδειας οικοδομής και πριν την έναρξη οποιονδήποτε εργασιών, να κατατίθεται για έγκριση από τον Διευθυντή του Τμήματος Περιβάλλοντος Ολοκληρωμένο Σχέδιο Διάθεσης των Υπογείων Νερών.

Σημειώνεται ότι σε κάποιες περιπτώσεις από τις κατασκευαστικές εργασίες πύργων στη Λεμεσό έχει παρατηρηθεί θολερότητα στη θάλασσα στην περιοχή απόρριψης του νερού μετά από αστοχία του εξοπλισμού επεξεργασίας του νερού (αφαίρεση αιωρούμενων στερεών) προτού αυτό απορριφθεί στη θάλασσα. Σε μία περίπτωση έχει παρατηρηθεί η ανάγκη για παράταση της χρονικής διάρκειας για απόρριψη στη θάλασσα και στην άλλη έχει παρατηρηθεί η ανάγκη για αύξηση των ποσοτήτων που απορρίπτονται στη θάλασσα. Σημειώνεται ότι για το λόγω αυτό έχει εκδοθεί και εξώδικη ρύθμιση σε συγκεκριμένη ανάπτυξη αφού, κατά παράβαση του άρθρου 6(α) των περί Ελέγχου της Ρύπανσης των Νερών Νόμου του 2002 μέχρι το 2013, διάθετε σε παράκτια νερά ουσία ή ύλη, η οποία τείνει να ρυπαίνει ή ρυπαίνει τα νερά τους.

Οι απορρίψεις από τις αναπτύξεις γίνονται σε περιοχές μικρής απόστασης από περιοχές νερών κολύμβησης και κρίνεται ιδιαίτερα σημαντικό από τα Τμήματα του Υπουργείου Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, η ποιότητα των νερών κολύμβησης να διατηρηθεί εξαιρετική, για προστασία της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος.

Το Τμήμα Περιβάλλοντος και το ΤΑΘΕ προσπαθούν στη βάση της εμπειρογνωμοσύνης τους να δώσουν υπό περιστάσεις λύσεις στο αναδυόμενο και επαυξανόμενο πρόβλημα που δημιουργείται με τη διαχείριση των υπογείων υδάτων από τις αναπτύξεις ψηλών κτηρίων χωρίς την υποβάθμιση της ποιότητας των υδάτων του Κόλπου Λεμεσού. Ωστόσο, οι όποιες λύσεις είναι με κάθε επιφύλαξη και με υψηλό βαθμό αβεβαιότητας που δίνονται στην απουσία ολοκληρωμένου σχεδιασμού και ολοκληρωμένης αξιολόγησης όλων των δραστηριοτήτων και τις συνεργιστικές τους επιπτώσεις στον κόλπο Λεμεσού. Η μέχρι σήμερα προσέγγιση αντιμετώπισης του προβλήματος ανά ανάπτυξη είναι προφανές ότι δεν αποτελεί και το βέλτιστο εργαλείο διαχείρισης του προβλήματος.

Πηγή: Ο Φιλελεύθερος