Του Χρίστου Σ. Χριστοδούλου*

Αφορμή για την ετοιμασία αυτού του άρθρου ήταν οι πρόσφατες αναφορές στα ΜΜΕ, βλέπε «πονοκέφαλος για το Τμήμα Φορολογίας ο νόμος για την επιβολή ΦΠΑ 19% στην οικοδομήσιμη γη», «μπέρδεμα ο νόμος όπως ψηφίστηκε» και στις αναφορές που έγιναν στην Επιτροπή Ελέγχου της Βουλής από τον Έφορο Φορολογίας.

Σαφώς και υπάρχει μπέρδεμα και σαφώς έχει δημιουργήσει «πονοκέφαλο» για όλους μας το όλο θέμα. Aς δούμε όμως για ποιους λόγους, κατά τη γνώμη μου, έχει δημιουργηθεί αυτή η κατάσταση:

«Φιλοσοφία» του νόμου 

Κατ’ αρχάς να θυμίσουμε ότι κατά τη συζήτηση του νόμου στη Βουλή και ακολούθως στα ΜΜΕ, υπήρξαν διάφορες δηλώσεις από επισήμους ότι «το πρώτο, δεύτερο τεμάχιο γης δεν θα φορολογείται», «οι μεμονωμένες πωλήσεις δεν θα φορολογούνται», «πρόθεσή μας είναι να φορολογηθούν οι έμποροι / επαγγελματίες εμπορίας και ανάπτυξης γης που ασκούν εμπορική δραστηριότητα» κ.λπ. Ο κόσμος, με βάση τα όσα άκουσε διά στόματος επισήμων, θεωρούσε και θεωρεί ότι οι μεμονωμένες πράξεις δεν θα αποτελούν αντικείμενο φορολόγησης. Στην πράξη όμως, όπως θα δούμε στη συνέχεια, το Τμήμα Φορολογίας εφάρμοσε μια πρακτική με κριτήρια διαφορετικά από τις πιο πάνω δηλώσεις και την πιο πάνω «φιλοσοφία» – χωρίς να σημαίνει ότι το Τμήμα Φορολογίας έπραξε λάθος – απλά ήταν διαφορετικά από τις πολιτικές δηλώσεις και της εντύπωσης που είχε δημιουργηθεί στον κόσμο.

Η «έννοιες» του νόμου 

Λόγω του ότι ο συγκεκριμένος νόμος δεν έδινε ξεκάθαρη κατεύθυνση του φορολογικού χειρισμού, χρειάστηκε η ετοιμασία κανονισμού και ερμηνευτικών εγκυκλίων. Να θυμίσω ότι το αρχικό νομοσχέδιο που είχε κατατεθεί στη Βουλή υποβλήθηκε στη βάση του ότι «καμία αλλαγή δεν μπορεί να γίνει επί του αρχικού νομοσχεδίου» και ότι η ΕΕ δεν επιτρέπει την εισαγωγή δικού μας ορισμού για το τι εστί «μη ανεπτυγμένη οικοδομήσιμη γη». Διάφορα οργανωμένα σύνολα (περιλαμβανομένου και του ΣΕΛΚ) επέμεναν ότι ο ορισμός αυτός μπορεί να αλλάξει και επικαλέστηκαν την Ολλανδία που έδωσε τον δικό της ορισμό σύμφωνα με τα δεδομένα που ίσχυαν στη χώρα αυτή. Τότε είχε υποβληθεί η εισήγηση όπως ο ορισμός γίνει όσο γίνεται πιο απλός, όπως «γη η οποία διαθέτει πολεοδομική άδεια για ανάπτυξη» κάτι το οποίο δεν έγινε αποδεκτό. Τελικά με Κανονισμό, δόθηκε ο «κυπριακός» ορισμός διά τεσσάρων κατηγοριών «μη ανεπτυγμένης οικοδομήσιμης γης». Ο νόμος ορίζει ότι η φορολόγηση της γης γίνεται όταν πραγματοποιείται στο πλαίσιο «οικονομικής δραστηριότητας». Βεβαίως το τι εστί «οικονομική δραστηριότητα» με βάση τον νόμο, απέχει από τις τότε πολιτικές δηλώσεις στα ΜΜΕ περί φορολόγησης μόνον των «εμπορικών» συναλλαγών. 

Οι εγκύκλιοι του Τ.Φ. 

Το Τμήμα Φορολογίας, ως όφειλε, προσπάθησε να συμβιβάσει τα πιο πάνω και να δώσει τη δική του ερμηνεία και κατεύθυνση ως προς το τι συνίσταται «οικονομική δραστηριότητα». Μεταξύ άλλων:

* Ζήτησε όπως εξετάζονται τα γεγονότα της κάθε περίπτωσης ξεχωριστά. Αυτό από μόνο του δημιούργησε μεγάλο διοικητικό κόστος (γι’ αυτό και το Τμήμα αναγκάστηκε να διαθέσει  μεγάλο αριθμό λειτουργών – όπως ανέφερε και ο ίδιος ο Έφορος φορολογίας) για εξέταση όλων των υποθέσεων.  

*  Ζήτησε όπως προβαίνει σε συνεκτίμηση των διαθέσιμων στοιχείων και γεγονότων της κάθε περίπτωσης ξεχωριστά και του βαθμού που κάποια εξαίρεση θα προκαλεί «στρέβλωση στη φορολογική ουδετερότητα μεταξύ εμπορευομένων», δηλαδή εάν υπάρχει ίση μεταχείριση μεταξύ των προσώπων που παραδίδουν ίδια αγαθά (στρέβλωση του ανταγωνισμού). Έτσι όμως, μεγάλος αριθμός μεμονωμένων συναλλαγών, ασχέτως εάν συνιστούν ή όχι, άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, αλλά λόγω της τοποθεσίας τους ή/και της αξίας τους, βρέθηκαν να εξετάζονται κατά πόσο δημιουργούν ή όχι, «στρέβλωση του ανταγωνισμού». 

- Παράδειγμα: πώληση τεμαχίου γης στη Γερμασόγεια αξίας 1 εκατ. ευρώ – o πωλητής διαθέτει μόνο ένα ακίνητο και δεν ασκεί καμία οικονομική δραστηριότητα. Λόγω του ότι η περιοχή Γερμασόγειας θεωρείται από το Τμήμα Φορολογίας ως ψηλής εμπορευσιμότητας και λόγω της αξίας του τεμαχίου, το Τμήμα Φορολογίας θεωρεί ότι δημιουργείται στρέβλωση του ανταγωνισμού και συνεπώς θα πρέπει να επιβληθεί ΦΠΑ στη μεμονωμένη αυτή πώληση. Ασχέτως εάν τελικά, σύμφωνα με τον Έφορο Φορολογίας, μόνο λίγες περιπτώσεις έχουν καταλήξει να έχουν φορολογηθεί, υπάρχει μεγάλος αριθμός υποθέσεων που εξετάζονται από τους λειτουργούς στα Επαρχιακά Γραφεία του Τμήματος Φορολογίας με βάση το πιο πάνω κριτήριο και είναι μεγάλος ο αριθμός παραπομπών που γίνονται στα κεντρικά γραφεία του Τμήματος Φορολογίας για τελική γνωμάτευση. Ο δε προτιθέμενος πωλητής γης είναι πάντοτε σε αναμονή των τελικών αποφάσεων του Τμήματος Φορολογίας. Προσωπικά διαφωνώ με την πιο πάνω πρακτική του Τμήματος Φορολογίας και είμαι της άποψης ότι θα πρέπει να καθοριστούν συγκεκριμένα και ξεκάθαρα κριτήρια, μετά από τη διενέργεια μελέτης από ειδικούς της αγοράς, για το τι μπορεί να συνιστά στρέβλωση του ανταγωνισμού, ώστε να μην απαιτείται η εκ των προτέρων αναζήτηση γνωμάτευσης από το Τμήμα Φορολογίας, αλλά να υπάρχει η δυνατότητα στον εμπορευόμενο να γνωρίζει εάν θα επιβάλει ΦΠΑ ή όχι.

Ποια η λύση

Θα συμφωνήσω με τον Έφορο Φορολογίας ότι έπρεπε ο νόμος να ήταν πιο απλός. Είτε θα έπρεπε να φορολογούνται όλα τα τεμάχια γης ή να γινόταν περαιτέρω απλοποίηση και συρρίκνωση του ορισμού, ώστε να ήταν λίγες και ξεκάθαρες οι περιπτώσεις επιβολής φορολογίας (ενδεχομένως το θέμα θα πρέπει να επανασυζητηθεί με την ΕΕ). Ούτως ή άλλως, όπως διαβάζουμε, τα έσοδα από αυτές τις συναλλαγές δεν ήταν και τα αναμενόμενα. Ακόμα όμως και εάν δεν υπάρξει αλλαγή στον νόμο, θα πρέπει να καθοριστούν ξεκάθαρα κριτήρια για το πώς και πότε δημιουργείται «στρέβλωση στον ανταγωνισμό», ώστε να μην απαιτείται η υποβολή αίτησης γνωμάτευσης στο Τμήμα Φορολογίας.  

*FCCA, Διευθύνων Σύμβουλος του ελεγκτικού οίκου CSC Christodoulou