Toυ Αντώνη Λοΐζου*
Με την συνεχή μείωση των τόκων κατάθεσης (τώρα ½%-1%) και με τα σημάδια κατάθεσης με χρεώσεις, όπως αυτά αναφέρονται στον τύπο, ως επίσης και την κάποια αβέβαιη επιβίωση ορισμένων τοπικών τραπεζών (ως επίσης και οι θύμισες του Bail In του 2013) οδήγησαν επενδυτές προς την αγορά ακινήτων προς ενοικίαση/ επένδυση. Αυτό υποβοηθείται από την τελευταία αύξηση τόσο των ενοικίων, για τις πλείστες ενοικιάσεις, ως επίσης και η υπάρχουσα τάση για αύξηση της κεφαλαιουχικής αξίας στο μέλλον, ενώ η πεποίθηση ότι κανένας δεν μπορεί να κατασχέσει την ακίνητη ιδιοκτησία (σε αντίθεση με τις καταθέσεις) βοηθά τα μέγιστα.
Ακούγονται διάφορες προτάσεις για ρύθμιση των ενοικίων τις τελευταίες μέρες. Αυτές προέρχονται κατά κύριο λόγο από οργανωμένα σύνολα που εκπροσωπούν ενοικιαστές.
Του Γιώργου Κουκούνη*
“Η εκχώρηση του ασφαλιστηρίου δεν ισοδυναμεί με αποπληρωμή του δανείου”
Ο αγοραστής ακινήτου ή πρόσωπο που προβαίνει σε ανέγερση με δανειοδότηση συνήθως απαιτείται από αυτόν η σύναψη ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής, ώστε σε περίπτωση θανάτου να εξασφαλίζεται η αποπληρωμή του δανείου. Το ασφαλιστήριο συμβόλαιο εκχωρείται από τον ενδιαφερόμενο προς την τράπεζα και τα ασφάλιστρα επιβαρύνουν το λογαριασμό δανείου. Ο ασφαλιζόμενος οφείλει να μελετά τους όρους του και την κάλυψη που του παρέχει, να είναι ενήμερος και να μπορεί να τους διαπραγματεύεται, διαμορφώνοντας τους κατά τρόπο που να είναι επωφελείς γι’ αυτόν και την οικογένεια του. Παρόλο που οι τράπεζες συνεργάζονται με ασφαλιστικές εταιρείες που ανήκουν στο συγκρότημα τους, όταν ο δανειολήπτης είναι ήδη ασφαλισμένος σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία μπορεί να εκχωρήσει την ασφάλεια ζωής στην τράπεζα.
Του Παναγιώτη Γ. Κυπριανού*
Η ανεξέλεγκτη μετάδοση του κορωνοιού έχει σημαντικές παράπλευρες συνέπειες, όπως είναι η μη εκτέλεση συμβατικών όρων σε συμφωνίες ακινήτων. Προφανώς, κύριο μέλημα όλων μας πρέπει να είναι η διατήρηση της δημόσιας υγείας, ωστόσο τα εμπλεκόμενα σε μια συμφωνία μέρη πρέπει να έχουν κατά νου το εν ισχύει δίκαιο.
Οι κυβερνήσεις, εν τη απουσία προηγούμενης παρόμοιας εμπειρίας παίρνουν απαραίτητα για την διαχείριση των συστημάτων υγείας μέτρα αλλά «θανατηφόρα» για τις εμπορικές συμβάσεις γενικότερα. Η Κύπρος συγκαταλέγεται στις χώρες όπου πάρθηκαν μέτρα τύπου «lock-down».
Σε σχέση με το τομέα της ακίνητης ιδιοκτησίας, διάφορες συμφωνίες βρίσκονται σε «αναταραχή». Συμφωνίες πώλησης, δεσμεύσεις χρηματοδότησης αγοράς ακινήτου, μισθώσεις, συμφωνίες κατασκευής, συμφωνίες διαχείρισης ακινήτων και συμφωνίες αντιπαροχής εγείρουν ερωτήματα ως προς το τι μέλλει γενέσθαι.
Του Πάνου Δανού*
Στη Κύπρο φαίνεται ότι μέχρι στιγμής αντιμετωπίζουμε με εξαιρετικά συγκροτημένο και αποτελεσματικό τρόπο τις επιπτώσεις της υγειονομικής κρίσης, με καθολική αντίληψη της ανάγκης για πιστή τήρηση των υγειονομικών μέτρων προστασίας όλων. Μετά την αντιμετώπιση της κορύφωσης της επιδημίας, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στην επένδυση είναι ένα υπαρξιακό και σύνθετο πρόβλημα για τον κλάδο της κτηματαγοράς. Η διαμόρφωση μιας στοιχειώδους κανονικότητας της παγκόσμιας αγοράς θα πρέπει να μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα ως Κύπρος, καθότι το 20% του ΑΕΠ μας εξαρτάται από τον κατασκευαστικό τομέα και τις συναφείς επενδύσεις. Η επόμενη μέρα δεν θα είναι η ίδια για τα ακίνητα.
Του Γιώργου Κουκούνη*
“Αποτελεί μέτρο που οφείλει να λαμβάνει κάθε πολεοδομική αρχή για άρση πολεοδομικής παρανομίας”
Ο έλεγχος της ανάπτυξης ακίνητης ιδιοκτησίας από κάθε πολεοδομική αρχή για εφαρμογή της πολεοδομικής νομοθεσίας θα πρέπει να είναι άμεσος και συνεχής, ώστε να αποφεύγεται η πολεοδομική παρανομία και εκεί όπου υπάρχει να χρησιμοποιείται το μέτρο της ειδοποίησης επιβολής για άρση της. Η πολεοδομική αρχή οφείλει να ενεργεί αυτόβουλα και να ελέγχει κάθε ανάπτυξη κατά το στάδιο των εργασιών και όπου υπάρχει καταγγελία να ανταποκρίνεται χωρίς να ζητεί περισσότερη πληροφόρηση από τον περίοικο που θέτει υπόψη της την παρανομία. Η έκδοση ειδοποίησης επιβολής επιδίδεται στον ιδιοκτήτη ή τον κάτοχο της ακίνητης ιδιοκτησίας για την οποία υπάρχει ισχυρισμός ότι διενεργήθηκε ανάπτυξη χωρίς τη χορήγηση πολεοδομικής άδειας ή κατά παράβαση όρου ή περιορισμού που τέθηκε σε αυτή.




